Building the new Germany

Έτσι για να μην ξεχνιόμαστε (αν θέλετε διαβάστε κι αυτό: ξένη δημοσίευση στα ΝΕΑ, 27 Ιουλίου 2007), και τώρα στα δικά μας ...

(επειδή λέω πολλά μερικές φορές αισθάνομαι δικαιωμένος όταν δημοσιεύονται κείμενα όπως το παρακάτω)

Από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία της 26ης Οκτωβρίου 2003 (Ο "ιός" της Κυριακής)

Η ΝΕΑ ΔΕΞΙΑ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ

Οι ταγματασφαλίτες δικαιώνονται

Φαίνεται πως η μνήμη της δεκαετίας του '40 θα συνεχίσει για καιρό να στοιχειώνει την πολιτική ζωή.  Το διαπιστώσαμε μία ακόμη φορά φέτος, με τις αντιδράσεις που προκάλεσε η συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στη Μακρόνησο.

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του κ. Καραμανλή να αποποιηθεί τη σκοτεινή κληρονομιά της μεταπολεμικής εθνικοφροσύνης, επισκεπτόμενος μέχρι και τον Αη Στράτη, οι περισσότεροι από τους opinion leaders του κόμματος του προτίμησαν να ακολουθήσουν την πεπατημένη.  Εφημερίδες της παράταξης έκαναν ξανά λόγο για “ξενοκίνητους κομμουνιστοσυμμορίτες” κι “επίορκους εισβολείς”, ενώ δεν έλειψαν αυτοί που αναρωτήθηκαν δημόσια, γιατί οι πανεπιστημιακοί κ.λπ.  διανοούμενοι της Ν.Δ.  αποφεύγουν ν' αντιπαραθέσουν στις “προκλήσεις” της άλλης πλευράς τη “σωστή” εκδοχή των γεγονότων της εποχής.

Πολύ φοβούμαστε ότι, όσοι εκδήλωσαν μ' αυτό τον τρόπο την αγανάκτηση τους, δεν έχουν πάρει καθόλου χαμπάρι τις εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας στο πεδίο της εγχώριας ιστοριογραφίας.  Το γεγονός, δηλαδή, ότι οι οργανικοί διανοούμενοι της δεξιάς, όχι μόνο δεν “σιωπούν” όσον αφορά τη δεκαετία του '40, αλλά κι έχουν από καιρό δρομολογήσει την αντεπίθεσή τους.  Μόνο που αυτή η τελευταία δύσκολα μπορεί  προς το παρόν  να εκλαϊκευτεί πανηγυρικά, καθώς είναι μάλλον υπερβολικά προχωρημένη για τα γούστα του “μεσαίου χώρου”.

Ο λόγος είναι απλός: αντί ν' αντιπαρατάξει στο ΕΑΜ τις (μάλλον περιθωριακές, αριθμητικά) δεξιές αντιστασιακές οργανώσεις της εποχής, όπως έκανε παλιότερα η επίσημη ιστοριογραφία, το νέο συντηρητικό ιστοριογραφικό ρεύμα προτιμά να συμφιλιωθεί με το σκληρό πυρήνα της κατοχικής εθνικοφροσύνης, παρακάμπτοντας την αντίθεση “αντίστασηδωσιλογισμός” κι αποκαθιστώντας πολιτικά την πιο “καθαρή” (και μαζική) αντικομμουνιστική δύναμη της εποχής: τα Τάγματα Ασφαλείας του 1943-44!

 

Τα ελληνικά Ες Ες

Δεν πρόκειται άλλωστε για ελληνική πρωτοτυπία, αλλά για το εγχώριο ισοδύναμο μιας σχολής με πανευρωπαϊκή εμβέλεια.  Η τελευταία εμφανίστηκε μετά το 1989 ξαναγράφοντας την αντιφασιστική αντίσταση του 194045, με κύριο ερμηνευτικό εργαλείο όχι πλέον τα πολιτικά χαρακτηριστικά της σύγκρουσης, αλλά την “εμφύλια βία”.  Ακραία εκδοχή του όλου ρεύματος συνιστά η περιβόητη “Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού”, με την οποία έχουμε ήδη ασχοληθεί (“Ιός” 11.11.01).

Ας επανέλθουμε, όμως, στα δικά μας:

• Με την ονομασία “Τάγματα Ασφαλείας” έμειναν γνωστές οι μονάδες που συγκροτήθηκαν το 194344 από τις κατοχικές αρχές για την καταπολέμηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.  Σκοπός της δημιουργίας τους, εκτός από την “εξοικονόμη­ση γερμανικού αίματος”, ήταν  σύμφωνα με τον τότε στρατιωτικό διοικητή της Ελλάδας, Αλεξάντερ Λέερ  “να χρησιμοποιηθεί πλήρως η αντικομουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, για να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας”.

Η διεύρυνση, με άλλα λόγια, των κατά τόπους συμμαχιών του κατοχικού μηχανισμού και η μετατροπή του πολέμου κατά της Αντίστασης σε εμφύλιο.

• Το εγχείρημα υλοποιήθηκε με δυο μορφές: (α) 9 “ευζωνικά τάγματα”, οργανωμένα από την ίδια τη δωσιλογική κυβέρνηση, συνολικής δύναμης 5.725 ανδρών, και (β) 22 “εθελοντικά τάγματα”, ως επί το πλείστον αυτοτελώς συγκροτημένα, συνολικής δύναμης 16.625 ανδρών.  Γενικός προϊστάμενος, και των μεν και των δε, ήταν ο αντιστράτηγος των Waffen SS, Βάλτερ Σιμάνα.

 

Συγχαρητήρια από τον Χίμλερ.

Στον ίδιο τον Σιμάνα οφείλουμε και τον τελικό απολογισμό της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας, λίγο μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα.  Σε αναφορά του προς το Γενικό Επιτελείο των SS (2.11.44) εκτιμά ότι τα μεν εθελοντικά τάγματα.

Ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργή καταπολέμηση των συμμοριών” από τη Βέρμαχτ, τα δε ευζωνικά τμήματα “πολέμησαν τον κομμουνισμό και τις συμμορίες του ΕΛΑΣ με αξιοσημείωτη επιτυχία”.

• Την εκτίμηση του θα συμμεριστεί, στην υπηρεσιακή του απάντηση (10.11.44), και ο αρχηγός των SS, Χάινριχ Χίμλερ: “Σας εκφράζω τα συγχαρητήρια μου, επειδή κατορθώσατε να οργανώσετε τα υγιή και νομοταγή στοιχεία του Ελληνικού λαού στα “τμήματα των Ελλήνων εθελοντών καθώς και των Ευζώνων, και να τα οδηγήσετε  σε αγαστή συνεργασία με τα δικά μας γερμανικά τμήματα  στον αγώνα κατά των μπολσεβίκων συνωμοτών μέχρι την τελευταία μέρα”. 

• Όπως ήταν αναμενόμενο, οι ταγματασφαλίτες ταυτίστηκαν με την πιο σκοτεινή πλευρά της δράσης των κατοχικών στρατευμάτων, μπλόκα, κάψιμο χωριών, μαζικές εκτελέσεις αμάχων.  Συχνά, μάλιστα, αποδείχθηκαν βασιλικότεροι του βασιλέως  κατηγορώντας λ.χ.  τους εκπροσώπους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού σαν “τροφοδότες των συμμοριτών” ή διαμαρτυρόμενοι για την “επιείκεια” των Γερμανών απέναντι στους αιχμάλωτους.

Η εικόνα που αποτυπώθηκε ως εκ τούτου στη συλλογική μνήμη για τα τάγματα ήταν τέτοια, ώστε η πολιτεία ουδέποτε τόλμησε να προχωρήσει στην επίσημη πολιτική αποκατάσταση τους.  [έως σήμερα]

 

Και για τη συνέχεια:

 

Η αδύνατη αποκατάσταση

 

Παρά τη ρητή αποκήρυξη τους από την εξόριστη κυβέρνηση, τις συμμαχικές στρατιωτικές αποστολές και τις αντιστασιακές οργανώσεις, οι ταγματασφαλίτες τελικά ουδέποτε τιμωρήθηκαν για την ένοπλη συνεργασία τους με τον κατακτητή.  Αντίθετα, επανεξοπλίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ήδη από τις μέρες των Δεκεμβριανών.

Το Μάιο του 1945 το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων απήλλαξε τους δημιουργούς τους από κάθε σχετική κατηγορία, ενώ το Μάρτιο του 1947 αθωώθηκαν και οι επικεφαλής τους στο μεγάλο μπλόκο της Κοκκινιάς.  Οι καιροί, άλλωστε, ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκοί γι' αυτή την αποκατάσταση: όπως παρατηρούσε το Φεβρουάριο του 1948 στη Βουλή ο Θ.  Τουρκοβασίλης, “ένα μεγάλο μέρος των διαπρεψάντων αξιωματικών εις τον αγώνα κατά των συμμοριτών, προέρχεται εκ των Ταγμάτων Ασφαλείας”.

Πολύ πιο δύσκολη υπήρξε, ωστόσο, ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η δημόσια υπεράσπιση των Ταγμάτων.  Η αιματηρή δράση τους υπό τις διαταγές των SS ερχόταν σε άμεση αντίθεση προς την επίσημη εκδοχή για τη δεκαετία του '40, σύμφωνα με την οποία η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη αντλούσε τη νομιμοποίηση της από την εξόριστη Βασιλική κυβέρνηση  κι όχι από τους συνεργάτες του Άξονα (οι οποίοι μπορεί μεν να αμνηστεύτηκαν, εξαναγκάστηκαν όμως σε μια ιδιότυπη αυτολογοκρισία όσον αφορά τη δραστηριότητα τους στα χρόνια της Κατοχής).  Η όποια προσπάθεια αποκατάστασης των ταγματασφαλιτών εστιάστηκε έτσι στην έμμεση “δικαίωση” τους, ως ανθρώπων που συνέβαλαν  έστω και κάπως ανορθόδοξα  στην καταστολή του “απόλυτου κακού”, δηλαδή των “εαμοβουλγάρων”. 

 Την ίδια έμμεση οδό ακολούθησε και το επίσημο κράτος, όταν επί χούντας έσπευσε να αναγνωρίσει τη θητεία στα Τάγματα Ασφαλείας ως συμμετοχή στην...  Εθνική Αντίσταση.  Σύμφωνα με το Ν.Δ. 179 του 1969 (που ίσχυσε μέχρι το 1982), αντιστασιακοί θεωρήθηκαν (και) όσοι πολέμησαν επί Κατοχής εναντίον οργανώσεων “αντεθνικώς δρασάντων και αποσκοπούντων εις την επιβολήν εν τη χώρα καθεστώτος διαφόρου του νομίμου τοιούτου” (δηλ. του ΕΑΜ).  Βάσει αυτής της διάταξης, πολλοί πρώην ταγματασφαλίτες είτε συνταξιοδοτήθηκαν είτε απήλαυσαν προνόμια όπως η κατ' επιλογήν υπηρεσιακή εξέλιξή τους ή η προνομιακή εισαγωγή των γόνων τους στα ΑΕΙ και το Δημόσιο.  Ακόμη κι αυτή η (υλικότατη) αποκατάσταση των γερμανοτσολιάδων συντελέστηκε, ωστόσο, στα μουλωχτά, αποφεύγοντας οποιονδήποτε πανηγυρικό χαρακτήρα.  Με αποτέλεσμα, τη δυσφορία όσων από τους ενδιαφερόμενους δεν μπορούσαν να χωνέψουν αυτή την αυτοσυγκράτηση, σε μια εποχή που ο πρώην ταγματασφαλίτης Παπαδόπουλος είχε σκαρφαλώσει στην κορυφή της κρατικής ιεραρχίας.  Τυπικός εκφραστής αυτού του παράπονου υπήρξε ο πρώην αξιωματικός του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπάκτου, υποστράτηγος Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος: “Οσοι υπηρέτησαν εις τα Τάγματα Ασφαλείας είναι βέβαιοι ότι η πατρίς τούς ευγνωμονεί” διαβάζουμε στον επίλογο των απομνημονευμάτων του, που εκδόθηκαν λίγο πριν από τη μεταπολίτευση.

“Δόξα και τιμή θα στέφη τα μέτωπα οδών εκείνων οι οποίοι επέζησαν, πλην εξακολουθούν να δοκιμάζουν, και σήμερον ακόμη, πικρίαν εκ της μη άρσεως του εις αυτούς αποδοθέντος χα­ρακτηρισμού του "προδότου", διότι θέλομεν να πιστεύομεν, θα έλθη η ημέρα κατά την οποίαν τούτο θα πραγματοποιηθή.

“Δεν είναι νοητόν, πρόσωπα υπηρετήσαντα εις τα Τάγματα Ασφαλείας να έχουν προωθηθή και να έχουν καταλάβη ανώτερα και ανώτατα της πολιτείας αξιώματα, εν τούτοις να εξακολουθούν να βαρύνονται με τον βαρύτατον χαρακτηρισμόν του "προδότου της πατρίδος".  Τούτο, κατά την αντίληψίν μας, είναι ακατανόητον, ούτε η σιωπηρά αναγνώρισις των εθνικών των υπηρεσιών αποτελεί ικανοποιητικόν στοιχείον.  Τούτο μετά τίνα έτη θα λησμονηθή και μόνον τα γραπτά κείμενα θα αποτελούν τους μάρτυρας.  Ας ελπίσωμεν, ή μάλλον ας πιστεύσωμεν, ότι θα ευρεθούν οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι, ως αρμόδιοι θα θελήσουν να εξετάσουν το όλον θέμα και να δώσουν την πρέπουσαν λύσιν” (“Πικρές αναμνήσεις”, Αθήναι, 1974, σ.  330).

Ποιός ξέρει; Τριάντα χρόνια μετά, ίσως αυτή η “πρέπουσα λύσις” να έρθει από εκεί που κανείς δεν το περίμενε...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΜΗΣ, ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΨΑΡΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ / ios@otenet.gr